επανθώ

επανθώ
(ε) (αόρ. επήνθησα) αμετ.
1) расцветать; 2) перен. расцветать, сиять, озаряться; загораться, светиться;

η χαρά επανθεί επί τού προσώπου του — его лицо сияет радостью;

επήνθησε το ερύθημα της αιδούς επί των παρειών της краска стыда разлилась по её щекам;
3) геол отлагаться, обнажаться, выходить на поверхность (о месторождении, пласте)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "επανθώ" в других словарях:

  • επανθώ — (Α ἐπανθῶ, έω) (για ιδιότητα) εμφανίζομαι στην επιφάνεια τού σώματος (ιδίως τού προσώπου) («σεμνή ομορφιά επανθεί στο πρόσωπο τής κόρης» «ἐμοί... ἐπάνθεεν ἁδύ τι κάλλος», Θεόκρ.) αρχ. 1. ανθώ 2. (για καθετί που εμφανίζεται πάνω σε κάτι σαν άνθος… …   Dictionary of Greek

  • ανθώ — (AM ἀνθῶ, έω) 1. (για φυτά) βγάζω λουλούδια, ανθίζω 2. μτφ. βρίσκομαι στην ακμή της ηλικίας μου 3. μτφ. ευημερώ, είμαι πλούσιος και υγιής, ακμάζω μσν. 1. προέρχομαι, κατάγομαι 2. (μτβ.) κάνω κάτι να φυτρώσει, να εμφανιστεί αρχ. 1. (για τα νεανικά …   Dictionary of Greek

  • επάνθημα — το (Α ἐπάνθημα) [επανθώ] νεοελλ. (ορυκτ.) λεπτό απόθεμα ορυκτής ουσίας πάνω στην επιφάνεια πετρώματος αρχ. 1. αυτό που βρίσκεται στην επιφάνεια σαν άνθος, το καλύτερο μέρος ενός πράγματος, ο ανθός, το κόσμημα («γέλως ὥσπερ τι ἐπάνθημα ὑπάρχων»,… …   Dictionary of Greek

  • επάνθηση — η (Α ἐπάνθησις) [επανθώ] άνθηση νεοελλ. 1. (ορυκτ.) ο σχηματισμός επανθημάτων (ή επανθισμάτων) 2. (ορυκτ.) τα ίδια τα επανθήματα …   Dictionary of Greek

  • επανθιώ — ἐπανθιῶ, άω (Α) ποιητ. τ. αντί επανθώ …   Dictionary of Greek

  • προσεπανθώ — έω, Α [ἐπανθῶ] ανθίζω πάνω σε κάτι επιπροσθέτως …   Dictionary of Greek

  • συνεπανθώ — έω, Α [ἐπανθῶ] ανθώ μαζί ή συγχρόνως με κάτι άλλο …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»